Nighthawks

Κωνσταντίνα ΠατσιαλούArt in article, huntingspirits.tv

Ο Edward Hopper (1882-1967) είναι ένας από τους πιο διάσημους Αμερικανούς ζωγράφους του 20ού αιώνα. Σπούδασε αρχικά εικονογράφηση και έπειτα ζωγραφική στη Σχολή Καλών Τεχνών της Νέας Υόρκης. Μεταξύ 1906 και 1910, ταξίδεψε στη Γαλλία και μελέτησε τους Ιμπρεσιονιστές, η επιρροή των οποίων είναι φανερή στις απεικονίσεις των σύγχρονων σκηνών του και στον πειραματισμό του με τα εφέ φωτός. Αφού επέστρεψε στη Νέα Υόρκη, ο Hopper εργάστηκε με ένα προσωπικό, ρεαλιστικό ύφος, χωρίς ο ίδιος να θεωρεί ότι ανήκει σε οποιοδήποτε καλλιτεχνικό κίνημα.  Ήρθε σε αντίθεση με το αφηρημένο στυλ των Ευρωπαίων καλλιτεχνών που έφτασαν στις Ηνωμένες Πολιτείες, αφού εγκατέλειψαν τις χώρες τους στα πρόθυρα του πολέμου. Μάλιστα, το μοναδικό του στυλ και η προσέγγιση στα θέματά του, τον κατέστησαν μια πραγματικά ανεξάρτητη φιγούρα, που συνέβαλε σημαντικά στην αναβίωση ενός καθαρά αμερικανικού ρεαλισμού.

Οι πίνακες του Hopper είναι καθαροί και σχεδόν πολύ πραγματικοί, όχι με την έννοια του φωτογραφικού ρεαλισμού που μοχθεί για τη λεπτομέρεια, αλλά με την έννοια της απόδοσης μιας πραγματικότητας ελαφρώς πιο γενικευμένης και αποστασιοποιημένης από κάποια συγκεκριμένη τοποθεσία, πρόσωπο ή γεγονός. Ο Hopper αποτυπώνει συγκεκριμένες πτυχές του αμερικανικού χαρακτήρα που έχουν συχνά αγνοηθεί – ειδικά την απομόνωση του ατόμου μέσα στο αστικό περιβάλλον. Οι φιγούρες του βρίσκονται απομονωμένες η μία από την άλλη και από τον θεατή, αλλά συνδέονται μέσω της κοινής κουλτούρας και της καθολικότητας της ανθρώπινης κατάστασης. Πολλές φορές μοιάζουν να είναι μακριά από το σπίτι και τα πρόσωπά τους είναι ευάλωτα. Στέκονται να διαβάσουν ένα γράμμα ή πίνουν σε ένα μπαρ. Συχνά κοιτάζουν έξω από το παράθυρο ενός δωματίου, ενός καφέ ή ενός κινούμενου τρένου.

Το έργο του Hopper Nighthawks (1942, 84.1 × 152.4 cm, Art Institute of Chicago, Chicago, IL, US) είναι μία από τις πιο γνωστές αμερικανικές εικόνες τέχνης του 20ου αιώνα. Απεικονίζει ένα καφέ-εστιατόριο τη νύχτα, στο οποίο βρίσκονται τέσσερις ανώνυμες και αινιγματικές φιγούρες. Στις χειρόγραφες σημειώσεις που κρατούσε η σύζυγος του Hopper, Josephine (Jo), η οποία και πόζαρε για τη γυναικεία μορφή, περιγράφονται τεχνικές λεπτομέρειες που αφορούν στη σύνθεση, το χρώμα και το φως. Σε αυτές συμπεριλαμβάνεται η ενδιαφέρουσα απόδοση των χαρακτηριστικών του άνδρα του οποίου βλέπουμε το πρόσωπο, με μύτη σαν ράμφος (man night hawk (beak) in dark suit), από την οποία πιθανά να προέρχεται ο τίτλος του πίνακα. Ο Hopper είχε αναφέρει ότι εμπνεύστηκε από «ένα εστιατόριο στη λεωφόρο Greenwich της Νέας Υόρκης όπου συναντιούνται δύο δρόμοι», αλλά η εικόνα -με την προσεκτικά κατασκευασμένη σύνθεση και την έλλειψη αφήγησης- έχει μια διαχρονική, καθολική ποιότητα που ξεπερνά τη συγκεκριμένη τοποθεσία της. Οι χαρακτήρες μοιάζουν να έχουν μια ασαφή σχέση μεταξύ τους. Όλοι είναι χαμένοι στις σκέψεις τους. Δίνεται η αίσθηση μιας αθόρυβης συνομιλίας, που μπορεί μεν να πραγματοποιείται, όμως δεν έχουμε πρόσβαση σε αυτήν. Η εντύπωση της απομόνωσης των προσώπων αυξάνεται με το μεγάλο παράθυρο που δημιουργεί ένα σιωπηρό εμπόδιο μεταξύ του παρατηρητή και των εικονιζόμενων. Ο Hopper απέκλεισε οποιαδήποτε αναφορά στην είσοδο και ως εκ τούτου, ο θεατής τοποθετείται έξω από τη σκηνή. Μάλιστα, αν δούμε προσεκτικά τον χώρο, δεν υπάρχει τρόπος εισόδου ή εξόδου, εκτός από την ωχροκίτρινη πόρτα που οδηγεί στην κουζίνα. Πρόκειται για ένα ερμητικά σφραγισμένο περιβάλλον.

Ενδιαφέρουσες είναι ορισμένες λεπτομέρειες με τις οποίες έχει ντύσει ο Hopper τον πίνακα. Τα μεγάλα δοχεία καφέ με τη διάφανη λωρίδα στο κέντρο, από όπου διακρίνεται η ποσότητα του εναπομείναντος καφέ. Τα φλιτζάνια που έχουν δίπλα τους οι πελάτες, χωρίς ωστόσο να γνωρίζουμε αν συνεχίζουν τον καφέ τους. Ο άντρας και η γυναίκα που κάθονται δίπλα δίπλα αλλά δεν αγγίζονται, το αγόρι πίσω από το μπαρ και ο καπνιστής που μπορεί να συνομιλούν, ίσως και όχι. Παρατηρούμε ότι και στους τρεις θαμώνες, τα φλιτζάνια καφέ δεν είναι τοποθετημένα ακριβώς μπροστά τους, αλλά μάλλον έξω από την περιοχή που οριοθετείται από τα χέρια τους. Σαν ο καφές να μην είναι ο κύριος λόγος που βρίσκονται εκεί. Σαν να αναζητούν λίγο φως, σε αντίθεση με το σκοτάδι και τη μοναξιά που επικρατεί έξω. Κανένα άλλο σημάδι ζωής, καμία άλλη παρουσία, ούτε καν στα παράθυρα. Το μόνο αναγνωρίσιμο αντικείμενο είναι η ταμειακή μηχανή σε ένα κατάστημα.

Για πολλούς, το Nighthawks προκαλεί μια αίσθηση μοναξιάς και ορισμένοι έχουν σημειώσει μια ζοφερή διάθεση στον πίνακα. Αλλά ο ίδιος ο Hopper διαφωνούσε με αυτήν την ερμηνεία. Σε μία συνέντευξή του, είπε: «Ω, νομίζω ότι αυτά είναι λόγια των κριτικών. Μπορεί να είναι αλήθεια και μπορεί να μην είναι αλήθεια. Είναι ο τρόπος που ο θεατής παρακολουθεί τις εικόνες, τι βλέπει σε αυτές». Ανοιχτές αφηγήσεις αυτού του είδους είναι χαρακτηριστικές στο έργο του Hopper και απαιτούν τον ενεργό ρόλο του θεατή στην ολοκλήρωση της ιστορίας. Αυτό που βλέπουμε είναι η αίσθηση που αφήνει η κάθε μορφή. Ότι κάποιος από εμάς θα μπορούσε να κάθεται σε αυτό το καφέ-εστιατόριο. Παρόλο που ο Hopper αρνήθηκε ότι σκόπιμα τοποθετεί στους καμβάδες του σύμβολα απομόνωσης και κενού, αναγνώρισε ότι, «ασυνείδητα, πιθανώς, ζωγραφίζω τη μοναξιά μιας μεγάλης πόλης». Το Nighthawks αποτελεί παράδειγμα της ικανότητας του Hopper να περιγράφει την ανθρώπινη πλευρά της σύγχρονης ζωής και να αναπαριστά συναισθηματικές καταστάσεις μέσω φυσικών σκηνικών.

Άλλωστε, ο Hopper άρχισε να εργάζεται πάνω στον πίνακα λίγο μετά τον βομβαρδισμό του Pearl Harbor στις 7 Δεκεμβρίου 1941 – το γεγονός που σηματοδότησε την είσοδο των Ηνωμένων Πολιτειών στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το Nighthawks ήταν η απάντηση του ζωγράφου σε μία από τις μεγαλύτερες κρίσεις της γενιάς του. Κατά τη διάρκεια του πολέμου επιβλήθηκαν blackouts στη Νέα Υόρκη και σε άλλες περιοχές, για την προστασία των αμερικανικών πόλεων από το να γίνουν στόχοι για βομβαρδισμούς. Οι περιπλανήσεις του Hopper στους δρόμους γίνονταν κυριολεκτικά και μεταφορικά σε μία σκοτεινή, από την κρίση, πόλη. Φαντάστηκε πώς θα ήταν να συναντούσε ένα φωτεινό εστιατόριο στη μέση της νύχτας, με ανθρώπους, τους “nighthawks” (νυχτοπούλια), μέσα.

Ο έντονος φωτισμός στο εστιατόριο και ο τρόπος που το φως ξεχύνεται στο πεζοδρόμιο, καθώς και η τοποθέτηση των μορφών πίσω από ένα μεγάλο πάνελ από γυαλί, δημιουργούν μια εκτεθειμένη και ευάλωτη περιοχή. Ωστόσο, η συγκεκριμένη απεικόνιση ίσως συνιστά περιφρόνηση του καλλιτέχνη στις επίσημες προειδοποιήσεις σε καιρό πολέμου. Η Jo είχε γράψει στο ημερολόγιό της ότι «o Ed αρνείται να δείξει οποιοδήποτε ενδιαφέρον στην πολύ πιθανή προοπτική ενός βομβαρδισμού» και συνέχιζε να ανάβει το φως και να εργάζεται. Ο Hopper είχε εμμονή με το φως, με τον τρόπο που αυτό έμπαινε μέσα από τα παράθυρα, φώτιζε τα πρόσωπα, χρωμάτιζε τις επιφάνειες. Όπως και με το στούντιό του, το φως στο Nighthawks εξακολουθεί να λάμπει, σηματοδοτώντας μία αισιόδοξη ανάγνωση του πίνακα. Το έντονα φωτισμένο εστιατόριο είναι ένα καταφύγιο, ένας φάρος φωτός και ελπίδας ενάντια στο σκοτάδι, μια στιγμή κοινωνικής σύνδεσης, όταν όλα έξω φαίνονται ζοφερά και αφόρητα. Σε τελική ανάλυση, ο Hopper συμπεριέλαβε σκόπιμα τέσσερις φιγούρες, όχι μόνο μια μοναχική μορφή όπως σε πολλούς από τους άλλους πίνακές του. Οι χαρακτήρες είναι μεν μόνοι, εντούτοις, φωταγωγημένοι έχουν μία κοινή πορεία (και ίσως σε ένα επόμενο στιγμιότυπο να επικοινωνήσουν μεταξύ τους)!


Πηγές: