Café Table with Absinthe

19/9/2016

Ο Βίνσεντ βαν Γκογκ (1853-1890) γεννήθηκε στην Ολλανδία και ήταν γιος πάστορα. Ήταν βαθιά θρησκευόμενος άνθρωπος και η απόφασή του να γίνει καλλιτέχνης ικανοποίησε τη μόνιμη επιθυμία του για αυτοπραγμάτωση μέσω μιας κοινωνικής χρήσιμης εργασίας. «Είμαι ικανός για κάτι, η ζωή μου έχει επιτέλους έναν σκοπό», έγραφε το 1880, 10 μόλις χρόνια πριν τον θάνατό του, όταν ξεκίνησε να ασχολείται με τη ζωγραφική. Ο Βαν Γκογκ υπήρξε κατά βάση αυτοδίδακτος καλλιτέχνης, εντούτοις άσκησε τεράστια επιρροή στην τέχνη του 20ου αιώνα. Χρησιμοποίησε τα χρώματα και τα σχήματα για να εκφράσει εκείνο που αισθανόταν για τα πράγματα που ζωγράφιζε, χωρίς να τον ενδιαφέρει η σωστή αναπαράστασή τους. Ήθελε η τέχνη να αντικατοπτρίζει την ένταση του πάθους του. Όπως και ο Πωλ Σεζάν, πήρε την απόφαση να εγκαταλείψει τη ζωγραφική ως “μίμηση της φύσης”. Οι λύσεις που έδωσε στις αναζητήσεις του, οδήγησαν στο κίνημα του Εξπρεσιονισμού.

Το 1886, ο Βαν Γκογκ έφυγε από την Ολλανδία και εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, όπου και έζησε μαζί με τον αδερφό του Τεό, έμπορο τέχνης, ο οποίος ήδη εκείνη την εποχή διακινούσε πίνακες διαφόρων ιμπρεσιονιστών. Ο Βαν Γκογκ επηρεάστηκε από την αίσθηση του φωτισμού και τα χρώματα του Ιμπρεσιονισμού. Για ένα διάστημα, στο έργο του επέδρασε ο Πουαντιγισμός του Ζωρζ Σερά και των οπαδών του, οι οποίοι συνέθεταν την εικόνα από πολύ μικρές πινελιές καθαρού χρώματος, με σκοπό τα χρώματα να φαίνονται από απόσταση, σαν αναμεμειγμένα επάνω στον καμβά.

Το 1888, ο Βαν Γκογκ εγκαταστάθηκε στην Αρλ της Νότιας Γαλλίας, με την επιθυμία να δημιουργήσει ένα εργαστήρι όπου θα δούλευαν από κοινού οι πρωτότυποι για τις ιδέες τους καλλιτέχνες της εποχής. Ο μόνος ζωγράφος που πείστηκε να τον ακολουθήσει ήταν ο Πωλ Γκωγκέν, αλλά ένας άγριος καυγάς ανάμεσά τους προκάλεσε την πρώτη του κρίση τρέλας, κατά τη διάρκεια της οποίας έκοψε το αυτί του. Όσο ζούσε απομονωμένος στην Άρλ, έγραφε όλες τις ιδέες και τις ελπίδες του στον Τεό. Τα γράμματά του είναι ένα συνεχές ημερολόγιο και αποτελούν μία από τις πιο συγκινητικές αλληλογραφίες της διεθνούς λογοτεχνίας. Μας γνωστοποιούν τη λαχτάρα και την πίεση με την οποία δούλευε τα έργα του, αλλά και τους προβληματισμούς ενός καλλιτέχνη γύρω από το νόημα και τον σκοπό της τέχνης.

Στον πίνακα Café Table with Absinthe (1887, 46.3x 33.2 cm, Van Gogh Museum, Amsterdam) παρουσιάζεται η άκρη ενός τραπεζιού σε κάποιο καφέ, με ένα μπουκάλι και ένα ποτήρι αψέντι. Ο Βαν Γκογκ αναζήτησε με πάθος μία απλή τέχνη που δεν θα τραβούσε μόνο τους πλούσιους φιλότεχνους, αλλά θα έδινε χαρά σε όλους τους ανθρώπους. Ένιωθε την ανάγκη να σχεδιάζει πράγματα ήσυχα και οικεία, που κανείς δεν τα είχε θεωρήσει θέματα άξια να ελκύσουν την προσοχή του καλλιτέχνη. Ζωγράφισε το Café Table with Absinthe κατά τη διάρκεια της διαμονής του στο Παρίσι και είναι φανερή η αφομοίωση όσων έμαθε από τους ιμπρεσιονιστές. Χρησιμοποίησε, όμως, τις χωριστές πινελιές όχι μόνο για να διασπάσει το χρώμα αλλά και για να εκφράσει τον δικό του πυρετό. «Οι πινελιές ακολουθούν η μια την άλλη με συνέπεια και συνοχή, όπως τα λόγια σε μια κουβέντα ή σ’ ένα γράμμα», με αυτόν τον τρόπο περιέγραφε την έμπνευσή του σε μία από τις επιστολές του από την Αρλ και εξηγούσε ότι ο ίδιος ζωγράφιζε όπως άλλοι άνθρωποι γράφουν.

Με την ολοκλήρωση ενός έργου του, ο Βαν Γκογκ ένιωθε το μυαλό του τόσο κουρασμένο, που γινόταν εντελώς αφηρημένος και ανίκανος να ασχοληθεί με ένα σωρό συνηθισμένα πράγματα, έγραφε σε ένα άλλο γράμμα του προς τον Τεό, και συμπλήρωνε: «Και σκέφτομαι πολύ, πολύ συχνά εκείνον τον εξαιρετικό ζωγράφο, τον Μοντιτσέλι, που οι άνθρωποι έλεγαν ότι είναι πότης και παράφρων, όταν πιάνω τον εαυτό μου να επανέρχεται από τη διανοητική εργασία της εξισορρόπησης των ουσιωδών χρωμάτων, το κόκκινο – το μπλε – το κίτρινο – το πορτοκαλί – το λιλά – το πράσινο». Σημείωνε πως η δημιουργία ενός πίνακα είναι μία απαιτητική εργασία, όπως του ηθοποιού στη σκηνή σε έναν δύσκολο ρόλο, όπου θα πρέπει κανείς να σκεφτεί χίλια πράγματα σε ελάχιστο χρόνο. «Κατόπιν – το μόνο πράγμα που ανακουφίζει και αποσπά την προσοχή – στην περίπτωσή μου – […] είναι να ζαλιστώ από ένα δυνατό ποτό ή καπνίζοντας σε υπερβολικό βαθμό».

Εκτός από την αγαπημένη του συνήθεια να καπνίζει πίπα είτε ζωγράφιζε είτε όχι, ο Βαν Γκογκ έπινε τακτικά αλκοόλ. Σύμφωνα όμως και με όσα αναφέρονται στις επιστολές του, πιθανόν να μην προτιμούσε το ποτό κατά τη διάρκεια της ενασχόλησής του με τη ζωγραφική. Έπινε περισσότερο από όσο έπρεπε στο Παρίσι, κι αυτός ήταν ένας από τους λόγους για τους οποίους μετακόμισε στην Αρλ. Στα τελευταία τρία χρόνια της ζωής του, που τα σημάδευσαν κρίσεις και απελπισία, ο Βαν Γκογκ ζωγράφισε τα έργα που τον έκαναν διάσημο όπως τα Ηλιοτρόπια, την Έναστρη νύχτα, τις αυτοπροσωπογραφίες του. Ο κάθε πίνακάς του αποτελούσε και μια κραυγή αγωνίας, στην αδιάκοπη πάλη του ν’ απελευθερώσει τα καταπιε¬σμένα πάθη του. «Ώρες ώρες έχω μια τρομερή διαύ¬γεια», έγραφε το 1888. «Χάνω τη συνείδηση του εαυτού μου και ο πίνακας παρουσιάζεται μπροστά μου σαν όνειρο».

Το 1890, σε ηλικία 37 ετών, ο Βαν Γκογκ αυτοκτόνησε, έχοντας πουλήσει έναν μόνο πίνακα σε όλη του τη ζωή. Κατά τη σύντομη καλλιτεχνική του πορεία, φιλοτέχνησε έναν εντυπωσιακό αριθμό έργων δουλεύοντας με ξέφρενο ρυθμό, αφήνοντας πίσω του 800 πίνακες και άλλα τόσα σχέδια.

Πηγές:
https://www.vangoghmuseum.nl/en/collection/s0186V1962
http://vangoghletters.org/vg/letters/let635/letter.html
Gombrich, E.H. (2000). Το Χρονικό της Τέχνης. Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Μορφωτικής Τραπέζης.
Ρηντ, Χ. κ.ά. (1986). Λεξικό εικαστικών τεχνών. Αθήνα: Υποδομή.
Χόνορ, Χ. & Φλέμινγκ, Τζ. (1993). Ιστορία της Τέχνης, Τ. 4. Αθήνα: Υποδομή.
Τόμος 1: Βαν Γκογκ στο Art Gallery (2003). DeAgostini Hellas

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *