Self-Portrait with a Bottle of Wine

Κωνσταντίνα Πατσιαλού huntingspirits.tv

Ο Edvard Munch (1863-1944) υπήρξε ο μεγαλύτερος Νορβηγός ζωγράφος. Σπούδασε στο Όσλο και στα πρώτα του έργα ήταν επηρεασμένος από τον Κοινωνικό Ρεαλισμό του φίλου του Christian Krohg. Στη συνέχεια, υιοθέτησε ένα προσωπικό εκφραστικό ιδίωμα, όπου το χρώμα συνδεόταν με συμβολισμούς και οι κυματοειδείς γραμμές του, τις οποίες δανείστηκε από το κίνημα Art Nouveau, χρησιμοποιήθηκαν όχι για να διακοσμήσουν, αλλά για να εκφράσουν την τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο Munch ήταν ένας παραγωγικός καλλιτέχνης που διερεύνησε ζητήματα σχετικά με τον θάνατο, τον έρωτα και τον φόβο. Εξέφρασε τις εμμονές του μέσα από πίνακες έντονου χρώματος, ημι-αφαίρεσης και μυστηριώδους θεματολογίας. Το πιο χαρακτηριστικό ίσως έργο του είναι η Κραυγή (1893), με την πιο εμβληματική ανθρώπινη φιγούρα στην ιστορία της δυτικής τέχνης μετά τη Mona Lisa, η οποία δεν εκπέμπει την ηρεμία και τον αυτοέλεγχο της μορφής στον πίνακα του Leonardo da Vinci. Αντίθετα, εκφράζει την ανησυχία και την αλλοτρίωση, μέσω του ρυθμού των χρωμάτων και των γραμμών που στροβιλίζονται. Στόχος του Munch ήταν να εκφράσει το πώς μία ξαφνική συγκίνηση μεταβάλλει όλες τις εντυπώσεις της αίσθησης.

Το έργο του Munch, που έγινε ευρύτερα γνωστό στην πιο δημιουργική του περίοδο 1895-1905, αποτέλεσε μία από τις βασικές πηγές έμπνευσης του Γερμανικού Εξπρεσιονισμού. Ο Εξπρεσιονισμός αναφέρεται στην καλλιτεχνική τάση στην οποία η πραγματικότητα παραμορφώνεται, με σκοπό να εκφράσει τα συναισθήματα ή την ιδιαίτερη εσωτερική οπτική του καλλιτέχνη. Ο όρος προέρχεται από το γαλλικό expression και σημαίνει έκφραση, εκδήλωση του συναισθήματος. Ειδικότερα στη ζωγραφική, το συγκινησιακό στοιχείο ενισχύεται με τα έντονα χρώματα, τα δυνατά και τονισμένα περιγράμματα, τη διαστρέβλωση της γραμμής, την παραμόρφωση των μορφών, την υπερβολή, τον τονισμό του περιεχομένου σε βάρος της μορφής κ.λπ. Άμεσος πρόδρομος του σύγχρονου Εξπρεσιονισμού θεωρούνταν ο Vincent van Gogh.

Τη δεκαετία του 1890, ο Munch πέρασε μεγάλο διάστημα της ζωής του στη Γερμανία. Ζούσε επίσης εκεί κατά το μεγαλύτερο μέρος της περιόδου από το 1902 έως το 1908. Για τον Munch, αυτά ήταν δύσκολα χρόνια, που συνδέονται με προβλήματα της προσωπικής του ζωής σε συνδυασμό με τον υπερβολικό φόρτο εργασίας και τον άστατο βίο του, και που χαρακτηρίζονται από αλκοολισμό, άγχος και ανησυχία. Στην αυτοπροσωπογραφία του, Self-Portrait with a Bottle of Wine (1906, 110.5 × 120.5 cm, Munch Museum, Oslo), που ζωγραφίστηκε στη Βαϊμάρη, ο καλλιτέχνης κάθεται στο τραπέζι μόνο με ένα μπουκάλι κρασί, ένα ποτήρι και ένα πιάτο. Η καμπουριαστή φιγούρα και τα διπλωμένα χέρια του δηλώνουν την απόλυτη ανημποριά. Η μορφή τοποθετείται στο προσκήνιο και έχει μια έκφραση σχεδόν κατατονικού θρήνου. Οι κεκλιμένες γραμμές δημιουργούν μια ισχυρή προοπτική βάθους στην εικόνα. Το κεφάλι του ζωγράφου βρίσκεται στο κέντρο, όπου συναντώνται όλες οι γραμμές. Το έντονο κόκκινο χρώμα πίσω από το κεφάλι δημιουργεί μια κίνηση προς τα εμπρός και τραβάει την προσοχή μας στο συγκεκριμένο σημείο. Οι άνθρωποι στο παρασκήνιο φαίνονται απομακρυσμένοι, δίνοντας μια αίσθηση αποξένωσης. Το μόνο φιλικό στοιχείο στον πίνακα μοιάζει να είναι το μπουκάλι κρασιού. Οι δύο όρθιες φιγούρες κοιτάζουν προς διαφορετικές-αντίθετες κατευθύνσεις, κάτι που μπορεί να ερμηνευτεί ως μεταφορά για τις αντίθετες δυνάμεις που επικρατούν στην ψυχή του καλλιτέχνη.

Ως εκ τούτου, η αυτοπροσωπογραφία δεν αποτελεί αναπαράσταση της φυσικής εμφάνισης του ζωγράφου, αλλά μάλλον μια ψυχολογική έκφραση των εσωτερικών διλημμάτων του, μια απεικόνιση της προβληματικής ψυχής του. Και συνεπώς, η εικόνα δεν μπορεί να εξηγηθεί σαν φωτογραφία, αλλά μπορεί να γίνει κατανοητή μόνο από όσα αντιπροσωπεύει:  τα συναισθήματα όπως ο φόβος, η μοναξιά, η απελπισία, η αβεβαιότητα και οι έννοιες όπως η απομόνωση και ο θάνατος δηλώνονται με τη μοναδική τεχνική του καλλιτέχνη και τις συμβολικές αξίες των λίγων ευδιάκριτων αντικειμένων. Μέσα από τον πίνακα, ο Munch προσδιορίζει την ψυχολογική κατάσταση στην οποία βρισκόταν το 1906. Το 1909, μετά από μία κρίση κατάθλιψης, επέστρεψε στη Νορβηγία, όπου φιλοτέχνησε ορισμένα αξιόλογα πορτρέτα και διακόσμησε τους τοίχους του Πανεπιστημίου του Όσλο. Ο ζωγράφος αντιλήφθηκε ότι τα βάσανα του παρελθόντος είχαν συμβάλει στη δύναμη και την πρωτοπορία της τέχνης του. 

Όμως, ο Munch υπήρξε ένας από τους πολλούς μεγάλους μοντέρνους καλλιτέχνες το έργο των οποίων ανακηρύχθηκε “εκφυλισμένο” από τους χιτλερικούς. Το ναζιστικό καθεστώς έδωσε τον επίσημο όρο “εκφυλισμένη τέχνη” σε όλες τις πειραματικές μορφές τέχνης και στο έργο των καλλιτεχνών που απέρριπταν την εικαστική παράδοση, καθώς θεωρήθηκαν παράγοντες εθνικής και πολιτιστικής διαφθοράς. Η κυβέρνηση των Ναζί “απάλλαξε” τις δημόσιες πινακοθήκες απ’ όλα τα “εκφυλισμένα” εκθέματά τους και οι “εκφυλισμένοι” καλλιτέχνες χλευάστηκαν, καταδιώχθηκαν και απολύθηκαν από τις θέσεις τους στις ακαδημίες τέχνης. Τα έργα που κατασχέθηκαν από τα Γερμανικά μουσεία ήταν 16.000, συμπεριλαμβανομένων και 82 έργων του Munch. Οι Ναζί, με τις εξαιρετικά συντηρητικές ιδέες για την τέχνη, ποτέ δεν θα μπορούσαν να κατανοήσουν τα λόγια του Munch: «Δεν θα ζωγραφίζω πλέον άνδρες που διαβάζουν και γυναίκες που πλέκουν. Θα ζωγραφίζω ζωντανούς ανθρώπους που αναπνέουν και αισθάνονται και υποφέρουν και αγαπούν».


Πηγές: